Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού χορού. Αρχικά, ένας συνδυασμός προφορικών και μη όψεων, κατόπιν η μιμητική του διάσταση και τέλος η ιδιαίτερα παιχνιδιάρικη φύση τούτης της πιο σοβαρής μορφής τελετουργικής επικοινωνίας. Η χορεία, ο όρος που χρησιμοποιείται διαρκώς από τον Πλάτωνα για τη χορική δραστηριότητα στην πόλη, αντιπροσωπεύει τις συνδυασμένες δραστηριότητες του τραγουδιού και του χορού. Οι ουσιαστικοί δεσμοί ανάμεσα στο τραγούδι και το χορό είναι ο ρυθμός και η κίνηση.

 

Η εκπαίδευση δεν πρέπει να είναι μόνο φορέας γνωστικών και πολιτισμικών στοιχείων, αλλά να διαμορφώνει άτομα ευαίσθητα και δημιουργικά στην κοινωνία, τα οποία ταυτόχρονα μαθαίνουν να σέβονται την παράδοση και τον λαϊκό πολιτισμό του τόπου τους. Επίσης να οργανώνει, να πληροφορεί και να διασώζει ένα μεγάλο μέρος της πολιτιστικής τους κληρονομιάς και να λειτουργεί ως χώρος κοινωνικοποίησης και μύησης στις αξίες και  συμπεριφορές της κοινωνίας

 

 

«Ο χορός γενικά, είναι μια αμιγώς επικοινωνιακή τέχνη, με εφήμερη φύση, η οποία προϋποθέτει την τριαδική σχέση μεταξύ του δημιουργού που συνθέτει, του χορευτή και του κοινού» (Gulraud, “Semiology”, London, Routledqe, 1975). Δεν είναι μια απλή μορφή κίνησης αλλά μια πολύπλοκη διαδικασία, μια μορφή τέχνης, η οποία ως τέτοια ακολουθεί τους δικούς της κανόνες, με αποτέλεσμα να αποτελεί ένα αυτοτελές γνωστικό αντικείμενο.

«Ο παραδοσιακός χορός με τις ποικίλες μορφές του, αποτελεί μέσο μεταβίβασης της πολιτιστικής κληρονομιάς από γενιά σε γενιά, μέσω αναγνώρισης και αποδοχής των διαφορετικών ηθών και εθίμων, θρησκειών και ιδιαιτεροτήτων κάθε διαπολιτισμικής κοινωνίας.» [Barror. F. & Harrington, D., (1981). “Creativity, Intelligence and personality”. Annuel Rewiew of Phychokogy – Collinson. D. (1973). Aesthetic education. In G. Langford and DJ.0 Connor (ed.)]. Με την συμμετοχή στις χορευτικές δραστηριότητες οξύνεται η ικανότητα προσοχής, παρατηρητικότητας, μνήμης, άμεσης λήψης αποφάσεων και αυτοσυγκέντρωσης [Mosston, M. & Ashwocth, 5. (1994). Teaching physical education. Publishing Company Inc. Macmillan College. USA]. Ο χορός επίσης ως μία μη ανταγωνιστική κινητική δραστηριότητα προάγει την υγεία, βελτιώνει την φυσική κατάσταση και αναπτύσσει την ευλυγισία, τη δύναμη, την αντοχή, την ισορροπία, τη ρυθμική ικανότητα, το νευρομυϊκό συντονισμό, το συγχρονισμό και τον έλεγχο του σώματος [Sanderson. P. (1988). Physical education and dance, in T. Roberts (ed.), Encouraging expression: The arts in primary school Cassell, London. & Churcher, B. (1971). Physical education to teaching. Gearge Alien and Un-win Ltd. London]. Μέσα από τις χορευτικές κινητικές δραστηριότητες κυρίως το παιδί, αλλά και ο ενήλικας, ανακαλύπτει τον ρυθμό, τις εκφραστικές αυτοσχέδιες και δημιουργικές του ικανότητες, καλλιεργεί και βελτιώνει τις σχέσεις του, την επικοινωνία και την συνεργασία με τους συμμαθητές/συγχορευτές του, αλλά και με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Μαθαίνει να αποδέχεται όρια και περιορισμούς που τους θέτει η ομάδα και συγχρόνως ανακαλύπτει την ανάγκη ύπαρξης και τήρησης κανόνων (Likesas, G., Tsapakidou. Α., Komtantinidou  M. & Papadopoulou. DS. (2002). New approaches to teaching traditional Greek dances in Elementary Education. Journal of Human Movement Studies. Edinburgh, United Kingdom).

Έχει επίσης την δυνατότητα να εκφραστεί χρησιμοποιώντας κάθε φορά ένα διαφορετικό μέλος του σώματος του. Το σώμα είναι ένας δέκτης εμπειριών και ερεθισμάτων, που οδηγεί στην αντίληψη γνωστικών εννοιών, ώστε το παιδί κυρίως να γνωρίσει το σώμα του (σωματογνωσία), τη σχέση του σώματος με την κίνηση στον χώρο και τον χρόνο (κιναίσθηση) και το περιβάλλον, και να προσαρμοστεί σε αυτό [Laban, B. v. (1975). Modem educational dance. Mac Donald and Evans, Ltd (Original Work, Publisched 1948). London & Κουτσούμπα Ι. Μ., (2007). «Η διδασκαλία του ελληνικού λαϊκού παραδοσιακού χορού στα σύγχρονα εκπαιδευτικά πλαίσια». Λαϊκός Πολιτισμός και Εκπαίδευση, Πρακτικά 1ου Διεθνούς Εκπαιδευτικού Συνεδρίου].

 

Η σημασία του Ελληνικού Παραδοσιακού Χορού σήμερα

 

Όσο μεγάλη ανάπτυξη γνώρισαν οι Ελληνικοί Παραδοσιακοί Χοροί μέχρι και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο φαίνεται να βρίσκονται σήμερα ιδιαίτερα στις μεγαλουπόλεις – σε παρακμή. Το φαινόμενο βεβαίως ερμηνεύεται και από το γεγονός ότι πλέον δεν υφίστανται οι συνθήκες οι οποίες τους δημιούργησαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι έπαψαν πλέον να αγαπούν ή ότι δεν στέκονται ακόμη εκστατικοί και έντρομοι εμπρός στο άγνωστο του Θανάτου. Απλώς, οι τρόποι έκφρασης είναι πλέον διαφορετικοί, οι διέξοδοι πιο τυποποιημένες και προσφερόμενες από τρίτους, με αποτέλεσμα ο παλιότερος τρόπος διασκέδασης, μέσα στον οποίο συγκαταλέγεται αναμφισβήτητα και ο παραδοσιακός χορός να αρχίσει σιγά – σιγά, να εκλείπει.

Η αντοχή όμως του Ελληνικού στοιχείου είναι δοκιμασμένη σε συνθήκες δυσκολότερες από τις σύγχρονες σε μακροχρόνιες σκλαβιές και πολέμους. Η αντίσταση στην επερχόμενη λαίλαπα της ισοπεδωτικής πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης άρχισε ήδη να διαφαίνεται και ο παραδοσιακός χορός έχει και πάλι ένα ρόλο να επιτελέσει. Βέβαια, αν και η πολυμορφία του παρελθόντος περιορίζεται, είναι σημαντικό το ότι οι Έλληνες εξακολουθούν να πορεύονται στην Ιστορία με χορούς “κυκλωτικούς”, που και αν ακόμα έχουν εκφυλισθεί σε ένα μονότονο “πηδηχτό – συρτό”, χωρίς, πολλές φορές, ούτε καν “πισωγυρίσματα”, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει χάσει τους μαιάνδρους του, το ρυθμό του ή το αντικριστό ή ζευγαρωτό του σχήμα.

Ο λαϊκός πολιτισμός αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής των Ελλήνων. Ένα κομμάτι που αναγεννιέται, ανανεώνεται και συνεχίζει συμβιώνοντας μαζί με τους ανθρώπους δημιουργούς του. Παρ’ όλα αυτά η σημερινή σύγχρονη εποχή, η εποχή της τεχνολογίας και των ανοιχτών συνόρων, μια εποχή που έφερε τους ανθρώπους συγχρόνως κοντά αλλά και μακριά, μια εποχή αποξένωσης με το συνάνθρωπο και “γνωριμίας” με τις μηχανές, αποδεικνύεται στείρα για το λαϊκό πολιτισμό. Έτσι ο λαϊκός πολιτισμός χάνεται και μαζί του σβήνουν καθημερινά οι κρίκοι σύνδεσης του με το σήμερα. Είναι στο χέρι μας να διατηρήσουμε αυτούς τους κρίκους ζωντανούς για να ξέρουμε από που “ερχόμαστε” και βάσει αυτού να δούμε που “πάμε”.

Η σωστή διδασκαλία και η εκμάθηση των ελληνικών παραδοσιακών χορών, έχοντας πάντοτε ως ευρύτερο στόχο, όχι μόνο τη διατήρηση και συνέχιση της πολιτισμικής μας κληρονομιάς αλλά και το να αγαπήσουν οι μαθητές τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς και γενικότερα την Παράδοση σε όλες τις εκφάνσεις της, θα είναι πιο αποτελεσματική και πετυχημένη, όταν παράλληλα με το χορό γίνεται και προσέγγιση όλων των επιμέρους στοιχείων και παραμέτρων που τους συνθέτουν και τους διαμόρφωσαν στο χρόνο και έχουν άμεση αλλά και έμμεση σχέση με αυτούς: τοπική ιστορία, ήθη και έθιμα, μουσική, τραγούδια και παραδόσεις, τοπικές φορεσιές, αλλά κυρίως του ήθους και των αξιών που μεταφέρουν. Έτσι μέσω της όλης χορευτικής διαδικασίας, επιτυγχάνεται η ολόπλευρη ψυχοσωματική ανάπτυξη όλων όσων ασχολούνται με το χορό, η  εμβάθυνση και η εντρύφησή τους στο παρελθόν και την ιστορία αλλά και των αξιών που δημιούργησαν και διατήρησαν το ελληνικό πνεύμα και τον ελληνικό πολιτισμό στη διάρκεια των αιώνων, μιας και η Παράδοση εν γένει αποτελεί το απόσταγμα της μακραίωνης πορείας μας ως έθνους.