Όλοι οι πολιτισμοί, οι φυλές, τα έθνη ανέπτυξαν μουσική, τραγούδι και χορό. Σε όλους τους αρχαίους πολιτισμούς ο χορός είναι στενά συνδεδεμένος με την λατρεία. Οι πρώτοι χοροί ήταν στενά λατρευτικοί.
Πριν τον Όμηρο υπήρχαν και πολλά άσματα που τραγουδιούνταν από τους αοιδούς σε γιορτές ή στις αυλές ηγεμόνων και τα οποία συνοδεύονταν από χορό. Ο Όμηρος αναφέρει στιγμές και σκηνές με χορούς και δρώμενα.
Στη Μινωική Κρήτη απεικονίζονται χοροί με μορφή λιτανείας ή πομπής. Επιβεβαιώνεται παράλληλα από αρχαιολογικά ευρήματα και η ύπαρξη κύκλιων χορών. Το σημαντικό γεγονός που πρέπει να τονιστεί είναι ότι παρουσιάζεται ο πρώτος ένοπλος χορός, ο χορός των Κουρητών ο οποίος αναφέρεται από τον Λουκιανό στο περί ορχήσεως. Οι Κρήτες έδιναν τόση σημασία στο χορό, ώστε και οι ευγενείς νέοι δοκιμάζονταν σε αυτόν προκειμένου να επιδείξουν τις ικανότητές τους.
Οι αρχαίοι Έλληνες προκειμένου να μιλήσουν για το χορό, χρησιμοποιούσαν περισσότερο τη λέξη «όρχηση» και λιγότερο τη λέξη χορός. Η λέξη «όρχηση» χρησιμοποιείται από τους αρχαίους μελετητές για χορούς που έχουν συγκεκριμένη ονομασία, βήματα, χειρονομίες και κινήσεις και παρουσιάζεται σε συγκεκριμένες περιστάσεις από έναν ή και περισσότερους ορχηστές.
Οι Σπαρτιάτες ονόμαζαν την αγορά, ‘χορό’ και σε όλη την Λακωνία ήταν διαδεδομένο το Καρυατίζειν που ήταν ένα είδος γυμναστικής όρχησης.
Η ελληνική παράδοση αναφέρει την «όρχηση» σαν αρχαιότατη συνήθεια, τη συνδέει με την πρώτη γένεση των όντων και την θεωρεί ταυτόχρονη προς τον αρχαίο έρωτα, δηλαδή την πρώτη δύναμη ζωής.
Συχνά οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη λέξη χορός, αναφέρονταν συνήθως στα συμπόσια, στα γλέντια και γενικότερα στις περιστάσεις χαράς, όπου υπήρχε μαζική συμμετοχή.
Με το πέρασμα των χρόνων ο χορός ή η χορική όρχηση πήρε θρησκευτικό και δημόσιο χαρακτήρα, και κάνουν την εμφάνισή τους οι κύκλιοι χοροί που τελούνταν γύρω από το βωμό του Διονύσου στην Αθήνα και γύρω από βωμούς άλλων θεών. Οι χοροί αυτοί γίνονταν «δημοσία δαπάνη» όπως για παράδειγμα στο ιερό νησί της Δήλου αλλά και σε άλλους ιερούς τόπους. Τέλος η λέξη χορός χρησιμοποιούνταν αργότερα για να δηλώσει και τον τόπο αλλά και το συγκεκριμένο μέρος που εκτελούνταν η όρχηση.
Στην κλασική αρχαιότητα, ο χορός συνδέθηκε με το Απολλώνιο θρησκευτικό ρεύμα (χορός με κιθάρα, ή λύρα ή φόρμιγγα) και με το Διονυσιακό (χορός με γρήγορες παθιασμένες κινήσεις με συνοδεία αυλού).
Ο Διθύραμβος ήταν ένα λυρικό ορχηστικό άσμα που αφηγούνταν αρχικά την ιστορία με την ζωή και τα παθήματα του θεού Διόνυσου. Συνοδευόταν από μιμητικό χορό των πιστών. Από το Διθύραμβο γεννιέται το θέατρο και συγκεκριμένα η Τραγωδία (χορευτές μεταμφιεσμένοι σε τράγους τράγων – ωδή).
Από το περιπαικτικό δρώμενο «κωμός» γεννιέται η Κωμωδία όπου οι χορευτές είναι και αυτοί πιστοί του Διονύσου.
Στα μεγάλα Διονύσια στην Αθήνα και στα Μεγάλα Παναθήναια έχουμε τραγούδια και λατρευτικούς χορούς.
Ο Πλάτωνας στου «Νόμους» και την «Πολιτεία» εκφράζει κατηγορηματικά την πίστη του στις αρετές του χορού. Θεωρεί «αχόρευτο» άνθρωπο ταυτόσημο με τον αμόρφωτο, ενώ αντίθετα διακηρύσσει ότι η ευχέρεια στο χορό δείχνει άνθρωπο καλλιεργημένο.
Ο χορός για τους αρχαίους έλληνες ήταν ένας ολοκληρωμένος τρόπος για να αντιληφθούν τον κόσμο, γιατί ήταν εκγύμναση, γνώση, θρησκεία και τέχνη ταυτόχρονα. Ήταν μια δημιουργική δύναμη που ενεργοποιούσε τις θετικές πλευρές της ζωής και την εξέλιξη του ανθρώπου.