Ο παραδοσιακός χορός υπονοεί την κοινωνική πρακτική και ως εκ τούτου, διαφοροποιείται ανάλογα με το πώς διαμορφώνεται κάθε φορά η κοινωνία του, ανάλογα με τις μεταβολές που επέρχονται στη δομή και τις αντιλήψεις της. Μπορεί λοιπόν να εντοπίζεται σαν έκφραση του παρόντος, αλλά και του εκάστοτε παρελθόντος της, μπορεί να συλλαμβάνεται συγχρονικά, αλλά απηχεί τη διάρκεια. Αντλεί σχήματα, διαδικασίες και σημασίες από το παρελθόν και χωρίς να αποτελεί ένα ιστορικό γεγονός, εξιστορεί κάποιες εξελίξεις.

Μια πρώτη ματιά πιστοποιεί ότι ο παραδοσιακός χορός είναι       ιστορικός, αφού ξεκινάει από το παρελθόν και φτάνει στο παρόν, αφού όντας ζωντανό  κομμάτι του παρόντος, παραπέμπει στο παρελθόν. Η συνέχεια του χορού στο παρόν δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας γραπτής μεθόδου διδασκαλίας, αλλά βιωματικής μάθησης και μετάδοσης από γενιά σε γενιά. Προϋποθέτει επομένως τη συλλογική μνήμη, η οποία σφυρηλατείται μέσα σ’ ένα ιδιαίτερο περιβάλλον και παράγεται από άτομα με ίδια στάση ζωής, με κοινές επομένως βιωμένες εμπειρίες. Το γεγονός ότι αιχμαλωτίζεται στις αναμνήσεις της ομάδας τον κάνει συλλογική εμπειρία. Η συνύπαρξή του με το παρελθόν του τόπου και των ανθρώπων του, τεκμηριώνει την εγκυρότητά του ως ιστορικού δεδομένου, ως φορέα μιας παλαιότερης ζωής.

Ο χορός είναι η μνήμη της κοινωνίας του, βαστάζει και μεταβιβάζει την γνώση και την ιστορία της. Κι αυτό γιατί οργανώνει σχηματικά αλλά και συστηματικά, τους κανόνες με τους οποίους διεξάγεται η καθημερινή ζωή. Η ειδική παράταξη των χορευτών κατά την συγκρότηση του χορευτικού σχήματος, έχει να κάνει με περιορισμούς και δικαιοδοσίες που αποφασίζονται κοινωνικά. Επιπλέον οι διακοσμητικές χορευτικές κινήσεις (φιγούρες) κατά την εξέλιξή του, δίνουν παραστατικά τους τρόπους με τους οποίους διεκπεραιώνονται έξω απ’ αυτόν οι οικογενειακές και συγγενικές σχέσεις, οι κοινωνικές  και διαπροσωπικές ή οι σχέσεις ανάμεσα στις ηλικίες και μεταξύ ανδρών και γυναικών. Κάθε κίνηση και συμπεριφορά μέσα σ’ αυτόν, συμβολίζει μια ιδέα, ένα θεσμό. Κάθε σημείο του διαποτίζεται με αρχές και αξίες που κρίνονται απαραίτητες για την κοινωνική ισορροπία και τάξη.

Ο παραδοσιακός χορός λοιπόν πρακτικοποιεί την κοινωνική και πολιτισμική γνώση. Μεταμφιέζει την πραγματικότητα, παρουσιάζοντάς την με συμβολισμούς, αμφισημίες και αλληγορίες, ώστε αυτή να χαράσσεται ποικιλοτρόπως στη μνήμη και για μακρύτερο χρονικό διάστημα. Όλα αυτά τον καθιστούν τον σημαντικότερο πρακτικό τρόπο απομνημόνευσης που χρησιμοποιούν οι κοινωνίες με προφορική παράδοση, για να καθιστούν ευκολότερη την συγκράτηση της γνώσης τους. Αυτή η αδιαμφισβήτητη απομνημονευτική αξία του, εγγυάται και την ιστορική του αξία.

Σημαντικό στη μετάδοση της γνώσης μέσω του χορού είναι η επαναληπτικότητα. Χάρη σ’ αυτήν ο χορός προβάλλει συνεχώς τα νοήματα που κουβαλά. Γίνεται η σκηνή στην οποία οι χορευτές αναπαριστούν και εμπεδώνουν με σημαντική συχνότητα την κοινωνική τους πραγματικότητα. Εμπεδώνουν τις αναγκαιότητες και τους ρόλους που αντανακλά, μέσα από καθημερινές συζητήσεις και παροτρύνσεις, από αποφθεγματικές φράσεις, από παροιμίες, τραγούδια, μύθους και ιστορίες. Χορεύοντας κανείς, συνδέεται με την σημασία των συμπεριφορών του, με σχετικό προς τον χορό λόγο (τραγούδια, φράσεις, επιφωνήματα), με την μουσική καθώς και με τον ρυθμό. Εκτός τούτων, απολαμβάνει την ευχαρίστηση που προκαλεί ο χορός, η μουσική και ο ρυθμός, καθώς και την ευχαρίστηση της από κοινού δράσης. Υποβάλλεται γενικά στα διάφορα συναισθήματα που προκαλούν όλες οι πλευρές της στιγμής. Ανακαλεί συχνά προηγούμενες εμπειρίες και συγκινήσεις. Κατά συνέπεια, απομνημονεύει τα εγκατεστημένα στο χορό νοήματα όχι μηχανικά, αλλά έμπρακτα.

Διαφαίνεται όμως ότι δεν προσφέρει έναν απλό τεχνικό τρόπο απομνημόνευσης κι αυτό οφείλεται στο σώμα, το εργαλείο που τον πραγματώνει. Γιατί αυτό με τις αισθήσεις του, δεσμεύει ολόκληρο το πλαίσιο μέσα στο οποίο συλλαμβάνεται η πληροφορία, διασυνδέοντάς την με όλο το πλέγμα του κοινωνικού και πολιτισμικού συστήματος, βιώνοντας έτσι το σύνολο της πραγματικότητας. Η μνημονική ανθεκτικότητα του σώματος, οφείλεται στο ότι οι πολυποίκιλα χαραγμένες σ’ αυτό πληροφορίες, ταυτίζονται με αυτό, ενσωματώνονται, ταξιδεύουν μαζί του για χρόνια και επαναλαμβάνονται με την δύναμη της συνήθειας. Δεν είναι τυχαία η δυσκολία μας να επιδοθούμε με μιας σε συμπεριφορές, χορευτικές ή μη,  εκτός από εκείνες που μας είναι οικείες λόγω ιδιαίτερης καταγωγής και ιδεολογικών καταβολών.

Η ανθεκτικότητα της «σωματικής μνήμης», σε σχέση με την ανθεκτικότητα της νοητικής που συχνά βάλλεται, ευθύνεται για το φαινόμενο της συνέχειας του παραδοσιακού χορού, ακόμα κι όταν δεν συνειδητοποιούνται τα νοήματά του. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ενώ οι μύθοι, η ιστορία και η εικονική μνήμη αποστεώνονται, οι τελετουργικές πρακτικές (μνήμη – συνήθεια), διατηρούν σε σημαντικό βαθμό την αρχική τους μορφή.

Η πολυεπίπεδη διάσταση του χορού λοιπόν, τον αναδεικνύει σ’ ένα σύνθετο μέσον τροφοδότησης και ενεργοποίησης της μνήμης και κατά συνέπεια της ιστορίας.

 

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΝ. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ